Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Παρά Φύσιν

Πολλά ακούσαμε για τη δήλωση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων σε σχέση με τη διδασκαλία των αρχαίων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Και τα πιο πολλά ήταν αθλιότητες και γενικεύσεις. Ας ακούσουμε τι πραγματικά είπε ο κ. Φίλης:
Αυτό που αποκάλεσε "παρά φύσιν" δεν ήταν εν γένει τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, όπως το μετέφεραν οι σαλτιμπάγκοι, αλλά ότι στην Α' Γυμνασίου γίνονται 3 ώρες διδασκαλία των αρχαίων από το πρωτότυπο, έναντι 2 ωρών Νέων Ελληνικών. Πρώτα από όλα, ο όρος "παρά φύσιν" είναι από μόνος του βαρύς, για να περιγράψει μια "αφύσικη" διδακτική προσέγγιση. Πόσο μάλλον, όταν ο συγκεκριμένος όρος έχει γίνει συνώνυμος του πρωκτικού έρωτος, θα έπρεπε να χρησιμοποιείται μετά φειδούς! Παρεμπιπτόντως: Αφού η αναλογία 3:2 διδακτικών ωρών Αρχαίων:Νέων στην Α' Γυμνασίου είναι "παρά φύσιν", μπορεί να μας πει ο κ. Φίλης τι είναι τότε το σύμφωνο συμβίωσης ομοφύλων ζευγαριών που ψήφισε;
Σκοπός μου όμως, για να γράψω το άρθρο, ήταν άλλος κι όχι να ασχοληθώ με συγκεκριμένες σεξουαλικές πρακτικές. Θα εστιαστώ και πάλι σε ό,τι δεν ακούστηκε ποτέ από πουθενά:
Αφενός, δεν έχω πεισθεί ότι τα παιδιά μας δε μιλούνε σωστά ελληνικά γιατί δε μαθαίνουν αρχαία. Όχι ότι δε θα τα βοηθούσαν, αλλά αλλού πρέπει να ψάξει κανείς, πχ επίπεδο γονέων, δασκάλων και καθηγητών, επίπεδο διδακτέας ύλης, εκπαιδευτική μέθοδος, εξωσχολικά βιβλία, τηλεόραση, διαδίκτυο, κλπ. Θυμάμαι όταν όλα κι όλα τα κανάλια της τηλεόρασης, ήταν η ΕΙΡΤ και η ΥΕΝΕΔ, οι καθηγητές μας προέτρεπαν και να βλέπουμε τηλεόραση για... "να μάθουμε να μιλάμε σωστά". Ήταν η εποχή που οι δημοσιογράφοι επιλέγονταν με πολύ αυστηρά κριτήρια, όπου η λεκτική τους δεινότητα ήταν ένα από τα σημαντικότερα. Ήταν η εποχή που ακόμα και οι αθλητικές εφημερίδες ήταν γραμμένες σε σωστά ελληνικά. Ποιος περιμένει να μάθει σήμερα ελληνικά από τους δημοσιογράφους που δεν ξέρουν καν να προφέρουν τα ελληνικά ή από εφημερίδες που είναι γεμάτες σολοικισμούς;
Αφετέρου, πάνω από χρόνια τώρα, υπάρχει ένας διάλογος (που έχει φτάσει στα όρια της βίαιας αντιπαράθεσης) για το αν μεγαλύτερη σημασία έχει η ίδια η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ή των εννοιών της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Θεωρώ ότι από μόνο του το ερώτημα είναι ψευδοδίλημμα, αφού πιστεύω ότι υπάρχουν περιθώρια να δοθεί εξίσου βαρύτητα και στα δύο. Για την ακρίβεια, θεωρώ ότι ο καλύτερος τρόπος για να μπορέσει κανείς να εμβαθύνει στα νοήματα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, είναι να μπορεί να καταλάβει απ' ευθείας το πρωτότυπο, αντί δηλαδή να πρέπει βασίζεται σε μεταφράσεις αμφιβόλου ποιότητας. Δεν είναι πχ τυχαίο, ότι όταν συγκρίνει κανείς το πρωτότυπο και δίπλα την απόδοση στα νέα ελληνικά, βλέπει συνήθως πόσο πιο πλαδαρό γίνεται το κείμενο στη μετάφραση. Ακόμα χειρότερα, βλέπει κανείς πχ στη Βίβλο που είναι γραμμένη όχι στην αρχαϊκή ομηρική γλώσσα ή την Αττική διάλεκτο αλλά στην πιο κοντινή σε μας Ελληνιστική Κοινή, μεταφρασμένη όχι στη Δημοτική, αλλά στην Καθαρεύουσα, που είναι πιο κοντινή στη βιβλική γλώσσα, ότι η μετάφραση μπορεί να αποτελείται ως και από το διπλάσιο αριθμό λέξεων από ό,τι στο πρωτότυπο. Κι αυτό γιατί ο μεταφραστής θεολόγος προσπαθεί να ερμηνεύσει κατά το δοκούν, πράγματα που άνετα μπορούν να κατανοηθούν με άλλον τρόπο από τον αναγνώστη (που για την εκκλησία θα είναι αιρετική παρανόηση). Χειρότερα δε, υπάρχουν περιπτώσεις όπου βαρύγδουποι "πατριωτικοί" φελλοί κακοποιούν τις αρχαίες φράσεις, με το να διαστρέφουν το νόημά τους. Ο κ. Παπαθεμελής και διάφορα φασιστοειδή, για παράδειγμα, είχαν ισχυριστεί ότι υπάρχει παραποίηση της Ισοκρατικής ρήσης περί των μετεχόντων της ημετέρας παιδείας.
Ένας άνθρωπος που έχει μάθει να καταλαβαίνει τα αρχαία ελληνικά, δε χρειάζεται να βασίζεται σε μεταφράσεις για να καταλάβει τα νοήματα των κειμένων και για αυτό δεν πέφτει στην παγίδα του κάθε υστερόβουλου παραποιητή. Επιπλέον, και η Ορθοδοξία θα είχε ουσιαστικό όφελος από το να μπορούν οι πιστοί της να καταλαβαίνουν τα νοήματά της, όπως αυτά καταγράφονται στη Θεία Λειτουργία και τη Βίβλο, από το να περνούν 1-2 ώρες ακούγοντας ψυχαναγκαστικά ακατάληπτες ρινοφωνίες ή να τις συνοδεύουν κιόλας παπαγαλιστί. Δεν είναι τυχαίο πχ ότι όταν είδαν οι καθολικοί ότι πλέον κανείς δεν καταλάβαινε τα λατινικά, αναγκάστηκαν να μεταφράσουν στην κατά τόπους γλώσσα τη Λειτουργία τους.
Πώς όμως θα μπορούσε κανείς να διδάξει την αρχαία ελληνική, ώστε να μην είναι "παρά φύσιν" η διδασκαλία της; Αν και δεν είμαι ειδικός, νομίζω ότι μπορώ να προτείνω κάτι, που οι ειδικοί θα μπορούσαν να προσαρμόσουν και να επεκτείνουν: Η διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας θα έπρεπε να γίνεται πρακτικά όπως η διδασκαλία κάθε άλλης ξένης γλώσσας. Πρώτα από όλα, από νωρίς, από τα μέσα του Δημοτικού, όταν ξεκινούν και τις άλλες ξένες γλώσσες, πολλώ δε μάλλον τα αρχαία ελληνικά, αφού τα παιδιά δε θα είχαν να ξεκινήσουν από την αρχή με το λεξιλόγιο, αλλά ήδη με τη Δημοτική, θα είχαν μια βάση, όπως πχ τα παιδιά που μιλούν μια λατινογενή γλώσσα πχ ισπανικά, έχουν ήδη μια βάση για να μάθουν μια άλλη λατινογενή γλώσσα, πχ γαλλικά. Το βασικό όμως είναι αλλού: Για να μάθει κανείς μια γλώσσα, δεν αρκεί να αναγνωρίζει και να κατανοεί τα γραμματικά και τα συντακτικά της φαινόμενα, αλλά να μάθει να συνθέτει και να συναλλάσσεται σε αυτήν. Πότε γράψαμε ένα ποίημα, μια έκθεση, ή έστω μια πρόταση με αρχή, μέση και τέλος στα αρχαία ελληνικά, όπως κάναμε όταν μαθαίναμε σύγχρονες ξένες γλώσσες; Πότε μας ζητήθηκε να κάνουμε το αυτονόητο, πχ να σηκωθούμε στην τάξη για να χαιρετίσουμε τους συμμαθητές μας και να αυτοσυστηθούμε, στα αρχαία ελληνικά; Πότε κάναμε διάλογο με το διπλανό μας, να του πούμε "Χαίρε" για να τον χαιρετίσουμε και "Ἔρρωσο" για να τον αποχαιρετίσουμε; Κι όμως, το πρώτο υπάρχει στην Εθνικό μας Ύμνο και το δεύτερο στην Ελληνική Νομαρχία! Αν είχαμε κάνει όλα αυτά, τότε είναι πολύ πιθανόν ότι θα είχαμε χτίσει μια γενιά μαθητών που θα γίνονταν οι αυριανοί παγκοσμίου βεληνεκούς σχολάριοι, και κυρίως θα είχαμε μάθει σε πολύ περισσότερους μαθητές αρχαία ελληνικά, γιατί η διδασκαλία θα γίνονταν με τρόπο βαθμιαίο, εύληπτο και κυρίως θελκτικό και όχι ψυχαναγκαστικό και "παρά φύσιν", με το να αξιώνουμε από μαθητές της Α' Γυμνασίου να κατανοούν ένα δυσνόητο πρωτότυπο. Για το αν είναι δυνατή η σύνθεση, καλύτερη απόδειξη είναι το Akropolis News Network που γράφει ειδήσεις στα αρχαία ελληνικά, για να καταδείξει το πόσο εύκολο είναι. Τα λατινικά άλλωστε, ήταν ζωντανή γλώσσα μέχρι πολύ πρόσφατα (και σε μερικές επιστήμες, είναι ακόμα). Με τρία χρόνια αρχαία ελληνικά, μαθητές προτύπων όπως τα Ανάβρυτα, μπορούσαν να συνομιλήσουν μεταξύ τους!
Αλλά θα μου πείτε... Ποιος θα γράψει τα νέα αναγνωστικά στα αρχαία ελληνικά; Και κυρίως, πόσοι φιλόλογοι θα μπορούσαν να συντάξουν μια πρόταση λίγων λέξεων, όταν και οι ίδιοι ποτέ τους δε διδάχθηκαν κάτι τέτοιο; Αυτοί μια ζωή ανταμείβονταν βάσει της ικανότητάς τους στη μηχανική αποστήθιση. Πώς θα μπορούσαν να διδάξουν και να βαθμολογήσουν τη σύνθεση; Για αυτό, χρειάζεται μια γενικότερη αλλαγή στον προσανατολισμό της παιδείας, που θα δίνει βαρύτητα στην κριτική σκέψη και όχι στην άκριτη.